Ως ιστορία νοείται η γνώση και η μάθηση αποκτημένη από την πείρα ή σύμφωνα με τον πατέρα της ιστορίας, Ηρόδοτο (484 π.Χ. – 426 π.Χ.), η γνώση της ιστορίας έρχεται μέσω της συλλογής πληροφοριών, ενώ για τον Αριστοτέλη είναι η έγγραφη έκθεση των ερευνών.
Η ιστορία κάθε έθνους και λαού αρχίζει με τη δημιουργία του κόσμου είτε ως μύθος είτε ως πραγματικότητα και διδάσκεται από τους δασκάλους και τους καθηγητές της ιστορίας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αντίστοιχα, σε δημόσια και ιδιωτικά σχολεία. Ακόμη κι ο ιστορικός, ο οποίος επιχειρεί να συγγράψει την ιστορία του κόσμου, ακολουθεί αυτήν την εισαγωγή.
Παράδειγμα, ο ιστορικός της τέχνης E.H. Gombrich (1909 – 2001) στο έργο του Η Μικρή Ιστορία του Κόσμου περιγράφει λιτά και απέριττα την ιστορία του κόσμου για μικρά παιδιά, επιγράφει το πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Ήταν Κάποτε…» και αρχίζει την αφήγησή του με τη δημιουργία του κόσμου. Σύμφωνα με τον ιστορικό, η γη ήταν έρημη και άδεια, χωρίς φυτά και ζώα, μέχρι τη στιγμή που έλαβε το σχήμα της σφαίρας, εμφανίστηκε ο ήλιος, τα αστέρια και τα ουράνια σώματα, και ο άνθρωπος. Όταν ο άνθρωπος ενδιαφερθεί για το τι πραγματικά έγινε κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του κόσμου, τότε αυτός ενδιαφέρεται για την ιστορία του, την ανθρώπινη ιστορία.
Στην ελληνική εκπαίδευση και σύμφωνα με τις οδηγίες διδασκαλίας 2021 – 2022, το μάθημα της Ιστορίας στο Δημοτικό καταλαμβάνει δύο ώρες του εβδομαδιαίου προγράμματος. Οι ίδιες οδηγίες αναφέρουν ότι «… ο εκπαιδευτικός είναι τελικά εκείνος που σχεδιάζει τη διδασκαλία του με βάση τις ανάγκες κατά κύριο λόγο των μαθητών/τριών και φυσικά με βάση την ευχέρεια που του παρέχει ήδη το ισχύον Π.Σ. να προβαίνει κατά την κρίση του σε συμπτύξεις, επεκτάσεις ή και παραλείψεις συγκεκριμένων πεδίων της διδακτέας ύλης του μαθήματος …». Ουσιαστικά οι κατευθυντήριες γραμμές έχουν, ήδη, δοθεί από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (1815 – 1891). Ο ιστορικός στοχεύει στη δημιουργία ελληνικής συνείδησης και εθνικής ταυτότητας και επιθυμεί να δείξει τη συνέχεια του ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα μέχρι τα έτη συγγραφής της ιστορίας του (1860 – 1872 και 1877), ώστε να αντικρούσει τις αντίθετες θεωρίες του Jakob Philipp Fallmerayer (1790 – 1861).
Σήμερα, όμως, εν τω μέσω της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, οι πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες της ελληνικής εκπαίδευσης έχουν αλλάξει. Τα ελληνικά σχολεία δεν αποτελούνται αποκλειστικά και μόνο από Έλληνες μαθητές. Οι μαθητές προέρχονται κι από άλλες χώρες με διαφορετική ιστορία, παράδοση, ήθη, έθιμα και κυρίως διαφορετική γλώσσα. Ίσως, μάλιστα, να ταλανίζονται κι από το ερώτημα για ποιο λόγο καλούνται να διδαχθούν μία ιστορία διαφορετική από τη δική τους και, μάλλον, αδιάφορη γι’ αυτούς. Η απάντηση, είναι δυνατόν να βρίσκεται στη θέληση και την επιθυμία τους να ενταχθούν και να αποτελέσουν κάποια στιγμή ισότιμα μέλη της ελληνικής κοινωνίας. Άρα, το διακύβευμα περί εθνικής αφύπνισης, συνοχής, απόκτησης ταυτότητας, μάλλον, αποτελεί παρελθόν. Οι δάσκαλοι καλούνται να διδάξουν υπό αυτών των νέων διεθνοποιημένων πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων, έστω κι αν τα βιβλία της Ιστορίας έχουν σχεδιασθεί κι εκδοθεί στις αρχές του 21ου αιώνα ή ακόμη και του περασμένου αιώνα.
Συνεπώς, η διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας καλείται να προχωρήσει πέρα από τις εθνικές υπεραπλουστεύσεις της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής, οι οποίες προέρχονται από τις επιθυμίες και τις βουλήσεις του εθνικού κράτους, και να σχεδιάσει νέα και διαφορετικά εκπαιδευτικά προγράμματα. Τα τελευταία απαιτούν όχι μόνο τη συνδρομή του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, αλλά και άλλων υπουργείων, όπως αυτό των Εξωτερικών ή της Μετανάστευσης, και ενίοτε και της τοπικής αυτοδιοίκησης, ώστε οι μαθητές, είτε πρόκειται για Έλληνες είτε άλλης εθνικότητας, να αποκτήσουν και να κατακτήσουν την πολύπλευρη γνώση. Γι’ αυτό, οι μαθητές δεν έχουν ανάγκη μόνο τους δασκάλους ή τους καθηγητές, αλλά και παιδαγωγούς εξειδικευμένων ειδικοτήτων (π.χ. ειδικής αγωγής), μέσα (βλ. κατάλληλους χώρους υποδοχής των μαθητών, υλικοτεχνική υποδομή) προς ομαλή διεξαγωγή των προγραμμάτων και της μάθησης.
Σήμερα, λοιπόν, η διδασκαλία της ιστορίας, αλλά και των λοιπών μαθημάτων κρίνεται απαραίτητο να περνάει από την παραδοσιακή δασκαλοκεντρική μέθοδο στην επικέντρωση της προσωπικότητας και της προερχόμενης εθνότητας του κάθε μαθητή. Ο δάσκαλος είναι απαραίτητο να προσμετράει τις ιδιαίτερες ανάγκες του μαθητή, να κτίζει την προσωπικότητά του και μέσω της ελεύθερης βούλησης να δομεί τη γνωστική διαδικασία και την εξέλιξη του μαθήματος.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι μαθητές αποτελούν τους δέκτες του δασκάλου – πομπού του μαθήματος της ιστορίας και αποκτούν ιστορική γνώση και συνείδηση, απομακρυνόμενοι από τη στείρα απομνημόνευση της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας, τουλάχιστον, όπως αποτυπώθηκε στον περασμένο αιώνα.
👤 Βιογραφικό αρθρογράφου:
Η Κατερίνα Σπυροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 1970. Μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου σπούδασε δημοσιογραφία στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας κι αργότερα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά. Εξακολουθεί να παρακολουθεί σεμινάρια, τα οποία πιστεύει ότι θα την βοηθήσουν όχι μόνο στην περαιτέρω απόκτηση κι εμβάθυνση γνώσεων, αλλά και στην καλύτερη επικοινωνία με τους μαθητές. Την περίοδο αυτή συμμετέχει στο πρόγραμμα του Α.Π.Θ. Διαπολιτισμική εκπαίδευση και θρησκευτικές ταυτότητες στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Από το καλοκαίρι του 2011 ζει με την οικογένειά της στην Αρτέμιδα Αττικής και εργάζεται στο Hello Αρτέμιδας, στηρίζοντας και βοηθώντας τα παιδιά του Δημοτικού στη μελέτη τους.
Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στον/στη δημιουργό. Το περιεχόμενο και οι εικόνες χρησιμοποιήθηκαν από το Hello Radio με την άδεια του/της δημιουργού. / All copyrights belong to the creator. The content and images were used by Hello Radio with the creator’s permission.