Η σαρκοπενία είναι μια προοδευτική και γενικευμένη διαταραχή των σκελετικών μυών που σχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα ανεπιθύμητων εκβάσεων, όπως πτώσεις, κατάγματα, σωματική αναπηρία και θνησιμότητα. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη αναθεώρηση του ορισμού που έλαβε χώρα το 2018 από το EWGSOP, η μυϊκή δύναμη θεωρείται ως η βασικότερη παράμετρος που χαρακτηρίζει τη σαρκοπενία η οποία προηγείται σε σημαντικότητα της ποσότητας μυϊκής μάζας (Alfonso et al, 2018). Τα διαγνωστικά κριτήρια της σαρκοπενίας σύμφωνα με το European Working Group of Sarcopenia in Older People (EWGSOP2) επικεντρώνονται στην εμφάνιση μειωμένης μυϊκής δύναμης που χαρακτηρίζει την σαρκοπενία και ανιχνεύεται με την μέτρηση της δύναμης χειρολαβής με ειδικά χειροδυναμόμετρα. Ειδικότερα τα κατώφλια για τη δύναμη χειρολαβής είναι τα εξής: grip strength < 27kg για τους άνδρες και < 16kg για τις γυναίκες και το τεστ καρέκλας που μετρά το χρονικό διάστημα που απαιτείται για έναν ασθενή να καθίσει 5 φορές από μια καθιστή θέση σε όρθια θέση. Τιμή μεγαλύτερη από 15sec αποτελεί διαγνωστικό κριτήριο σαρκοπενίας τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Το επόμενο διαγνωστικό κριτήριο επικεντρώνεται στην ανίχνευση μειωμένης μυϊκής μάζας μέσω μέτρησης του δείκτη σκελετικών μυών ASM (Apendicular skeletal muscle mass). Τα κατώφλια για άνδρες και γυναίκες είναι ASM <20 kg και 15kg αντίστοιχα. Τέλος προσδιορίζεται και η αθλητική απόδοση με την μέτρηση της ταχύτητας βάδισης (gait speed). Το κατώφλι για άνδρες και γυναίκες είναι: gait speed ≤ 0.8 m/s (Papadopoulou, 2020).
Αυξημένη παγκόσμια ανησυχία αποτελεί η σαρκοπενία για τη δημόσια υγεία. Η σαρκοπενία έχει αναφερθεί ότι επηρεάζει το 5-13% των ατόμων ηλικίας 60 έως 70 ετών και έως το 50% των ατόμων άνω των 80 ετών. Το 2000, ο αριθμός των ατόμων ηλικίας ≥ 60 ετών σε όλο τον κόσμο υπολογίστηκε σε 600 εκατομμύρια. Αυτός ο πληθυσμός αναμένεται να αυξηθεί σε 1,2 δισεκατομμύρια έως το 2025 και 2 δισεκατομμύρια έως το 2050. Ακόμη και με μια συντηρητική εκτίμηση του επιπολασμού, η σαρκοπενία επηρεάζει >50 εκατομμύρια ανθρώπους σήμερα και θα επηρεάσει >200 εκατομμύρια τα επόμενα 40 χρόνια (Dhillon & Hansi, 2017). Πρόσφατη μελέτη που διεξήχθη στην Αμερική σε άτομα με μέση ηλικία τα 67 έτη, έδειξε ότι ο επιπολασμός της σαρκοπενίας ανέρχεται στο 7.9% για τις γυναίκες και 4.6% για τους άνδρες χρησιμοποιώντας τα EWGSOP κριτήρια για διάγνωση της σαρκοπενίας. Στην Ιαπωνία το ποσοστό αυτό κυμαίνεται από 2.5% έως 28% για τους άνδρες και από 2.3% έως 11.7% για τις γυναίκες. Σε μια άλλη μελέτη που διεξήχθη στην Αμερική σε δείγμα εθελοντών με μέση ηλικία τα 70.1 έτη, φάνηκε ότι το ποσοστό εμφάνισης της σαρκοπενίας ανεξαρτήτως φύλου ανερχόταν στο 36.5% (Dhillon & Hansi, 2017). Πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση με δεδομένα από 35 άρθρα και δείγμα 58.404 ατόμων, έδειξε ότι ο επιπολασμός της σαρκοπενίας τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες ηλικίας μεγαλύτερης των 60 ετών ανέρχεται στο 10%. Αντίστοιχα σε μία άλλη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που πραγματοποιήθηκε το 2019 και περιλάμβανε δεδομένα από 41 μελέτες με συμμετοχή 34.955 ατόμων, η συχνότητα εμφάνισης σαρκοπενίας ήταν 11% στους άνδρες και 12% στις γυναίκες, 51% και 31% στους άνδρες και στις γυναίκες αντίστοιχα που λαμβάνουν ιατρική κατ’ οίκων φροντίδα και 23% και 24% σε άνδρες και γυναίκες αντίστοιχα που νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο (Papadopoulou, 2020).
Η σαρκοπενία θεωρείται από τους περισσότερους, αναπόφευκτη διαδικασία της γήρανσης. Ωστόσο, ο βαθμός της σαρκοπενίας είναι εξαιρετικά μεταβλητός και εξαρτάται από την παρουσία ορισμένων παραγόντων κινδύνου όπως περιγράφεται παρακάτω.
Στους μη τροποποιήσιμους παράγοντες περιλαμβάνονται:
-
Η πρωτεϊνική σύνθεση και αναγέννηση
-
Μείωση/ αναδιαμόρφωση κινητικών μονάδων
-
Εξελικτική βάση
-
Πρώιμες αναπτυξιακές επιδράσεις
-
Ανορεξία (ageing anorexia)
-
Αλλαγές στο ενδοκρινικό σύστημα
-
Αυξημένη παραγωγή κυτοκινών (φλεγμονή)
-
Μειωμένη αγγειακή παροχή
Αναλυτικότερα, η μείωση της ικανότητας του σώματος να συνθέτει πρωτεΐνες, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή πρόσληψη θερμίδων ή/και πρωτεϊνών για διατήρηση της μυϊκής μάζας, οδηγεί στην μειωμένη πρωτεϊνική σύνθεση και αναγέννηση. Οι οξειδωμένες πρωτεΐνες αυξάνονται στους σκελετικούς μυς με τη γήρανση κάτι το οποίο οδηγεί στη συσσώρευση λιποφουσκίνης και άλλων πρωτεϊνών οι οποίες απομακρύνονται μη επαρκώς μέσω του πρωτεολυτικού συστήματος. Η εν λόγω συσσώρευση οδηγεί στη δημιουργία μη συσταλτής πρωτεΐνης στους σκελετικούς μύες κάτι το οποίο αποτελεί αιτία της έκπτωσης της μυϊκής δύναμης στη σαρκοπενία (Dhillon & Hasni, 2017). Επίσης υπάρχει μείωση των μυϊκών ινών που ξεκινά στη μέση ηλικία. Μια σταδιακή απώλεια μυϊκών ινών ξεκινά στα 50 έτη με περίπου το 50% των ινών να έχει χαθεί μέχρι την ηλικία των 80 ετών, ενώ η απώλεια μυϊκών ινών παρατηρείται και σε αθλητές. Από ιστολογική σκοπιά, έχει βρεθεί ότι η σαρκοπενική κατάσταση επηρεάζει τις μυϊκές ίνες τύπου II με αποτέλεσμα τη μείωση της ποσότητας, του μεγέθους τους και του αριθμού των μιτοχονδρίων (Papadopoulou, 2020).
Επιπροσθέτως, εμφανίζεται μείωση, σχετιζόμενη με την ηλικία, των κινητικών μονάδων που ευθύνονται για την αποστολή του σήματος από τον εγκέφαλο προς τους μύες για την έναρξη της κίνησης. Τα δορυφορικά κύτταρα είναι μικρά μονοπύρηνα κύτταρα που εφάπτονται στις μυϊκές ίνες και κανονικά ενεργοποιούνται κατά τον τραυματισμό ή την άσκηση. Ως απόκριση σε αυτά τα σήματα, τα δορυφορικά κύτταρα διαφοροποιούνται και συγχωνεύονται στη μυϊκή ίνα, βοηθώντας στη διατήρηση της μυϊκής λειτουργίας. Μια τρέχουσα υπόθεση είναι ότι η σαρκοπενία προκαλείται, εν μέρει, από μια αποτυχία ενεργοποίησης των δορυφορικών κυττάρων (Dhillon & Hasni, 2017). Από την άλλη, εξελικτικές θεωρίες συνδέουν την αποτυχία του σώματος να διατηρεί τη μυϊκή μάζα και λειτουργικότητα με τη γήρανση, στα γονίδια που εκφράζουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Αυτή η υπόθεση υποδηλώνει ότι τα εν λόγω γονίδια είναι κατάλληλα για υψηλού επιπέδου μυϊκή καταπόνηση που απαιτούνταν για την επιβίωση του ανθρώπου κατά την Ύστερη Παλαιολιθική Εποχή ενώ δεν ταιριάζουν πλέον με έναν σύγχρονο τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα καθιστικής συμπεριφοράς.
Επιπλέον, επιδημιολογική έρευνα σχετικά με την αναπτυξιακή προέλευση της υγείας καθώς και των ασθενειών, έδειξε ότι οι πρώιμες περιβαλλοντικές επιδράσεις στην ανάπτυξη μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες στην ανθρώπινη υγεία. Συγκεκριμένα, το χαμηλό βάρος γέννησης, ένας δείκτης μη επαρκούς ανάπτυξης, σχετίζεται με μειωμένη μυϊκή μάζα και δύναμη στην ενήλικη ζωή (Dhillon & Hasni, 2017). Άλλη μελέτη έδειξε ότι το χαμηλότερο βάρος γέννησης σχετίζεται με σημαντική μείωση του σκορ των σκελετικών γραμμωτών μυϊκών ινών, υποδηλώνοντας ότι οι αναπτυξιακές επιρροές στη μορφολογία των μυών μπορεί να εξηγήσουν τη σχέση μεταξύ χαμηλού βάρους γέννησης και σαρκοπενίας (Dhillon & Hasni, 2017; Papadopoulou, 2020). Από την άλλη, η ανορεξία (Ageing Anorexia) αποτελεί ένα γηριατρικό σύνδρομο και χαρακτηρίζεται από μείωση της όρεξης και/ή μειωμένη κατανάλωση τροφής. Στηρίζεται στο γεγονός ότι το κεντρικό σύστημα διαχείρισης της τροφής δέχεται διαφορετικά μηνύματα τόσο από τα περιφερικά κύτταρα όσο και από ορμόνες και θρεπτικά συστατικά που βρίσκονται στην αιματική κυκλοφορία. Η ηλικία προκαλεί αλλαγές σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για την αντίδραση στα περιφερικά αυτά σήματα ενώ παράλληλα επηρεάζει και την ορμονική έκκριση. Πιο συγκεκριμένα μειώνεται η παραγωγή ορμονών πείνας και κορεσμού και μεταβάλλονται μηχανισμοί όπως ο ρυθμός γαστρικής κένωσης.
Επιπρόσθετα, οι αισθήσεις της όσφρησης και της γεύσης υποβαθμίζονται και οδηγούν τους ηλικιωμένους στην επιλογή πιο γευστικών τροφίμων και στον αποκλεισμό άλλων κυρίως πιο πρωτεϊνούχων ενώ παράλληλα αναπτύσσουν μία μονότονη διατροφή. Αρκετοί παράγοντες επηρεάζουν την ανορεξία στους ηλικιωμένους μεταξύ των οποίων φυσικοί, ένας από τους οποίους η κακή υγιεινή των δοντιών που δημιουργεί μασητικά προβλήματα, κοινωνικο-οικονομικοί και ιατρικοί. Η κακή θρέψη στην ανορεξία αντικατοπτρίζεται ως μειωμένη πρωτεϊνική πρόσληψη και έλλειψη βιταμινών. Τόσο η μείωση της ενεργειακής και πρωτεϊνικής πρόσληψης όσο και η έλλειψη βιταμίνης D μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση της μυϊκής μάζας και σαρκοπενία. (Landi et al., 2016). Δεν είναι λίγες οι αλλαγές που προκαλούνται από το ενδοκρινικό σύστημα. Η γήρανση επιδρά στο ενδοκρινικό σύστημα και προκαλεί αλλαγές στην παραγωγή ορμονών που εμπλέκονται στον μυϊκό ιστό όπως τεστοστερόνη, αυξητική ορμόνη, δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA) και ινσουλίνη. Συγκεκριμένα η αυξητική ορμόνη μειώνεται κατά περίπου 14% μετά την έναρξη της τρίτης ηλικίας. Η δεϋδροεπιανδροστερόνη (DHEA) ,που χαρακτηρίζεται ως ένα αδύναμο ανδρογόνο και πρόδρομο δημιουργίας ισχυρών ανδρογόνων, μειώνεται εξίσου σημαντικά. Η πτώση των επιπέδων τεστοστερόνης ορού ανέρχεται στο 1% τον χρόνο από την έναρξη της τρίτης ηλικίας και έπειτα. Πολύ χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης ορού (8 -11nmol/L) οδηγούν σε υπογοναδισμό όψιμης έναρξης και σαρκοπενία. Τέλος, τόσο η έκκριση όσο και η ευαισθησία στην ινσουλίνη επηρεάζονται με το γήρας. Η ινσουλίνη εμφανίζει αναβολική και αντικαταβολική επίδραση στην μυϊκή μάζα και για αυτό τον λόγο το έλλειμα της και/η μειωμένη περιφερική ευαισθησία της, στερεί από τον μυϊκό ιστό το αναβολικό και αντικατοβολικό αυτό όφελος (Sgrò et al., 2018). Επιπροσθέτως, το γήρας μεταβάλλει συγκεκριμένους δείκτες οι οποίοι σχετίζονται με την φλεγμονή. Η φλεγμονή λόγω γήρατος που δεν συνοδεύεται από μόλυνση και χαρακτηρίζεται ως χαμηλού βαθμού, χρόνια και συστημική, έχει ως απόρροια τον εκφυλισμό των ιστών. Προκύπτει από μειωμένη απόκριση ανοσοποιητικού και μακροχρόνια έκθεση σε αντιγονικά ερεθίσματα που προκαλούν τόσο τη δημιουργία ελεύθερων ριζών οξυγόνου αλλά και κυτοκινών που προκαλούν τοπικές βλάβες ιστών. Οι κυτοκίνες συμβάλλουν σε μια προδιάθεση για σαρκοπενία ενεργοποιώντας συστήματα που προκαλούν πρωτεϊνική καταστροφή (Papadopoulou, 2020).
Τέλος, τόσο η χρόνια φλεγμονή όσο και το οξειδωτικό στρες προκαλούν βλάβες στο ενδοθήλιο οδηγώντας σε απόπτωση ενδοθηλιακών κυττάρων, συσσώρευση μονοκυττάρων και μειωμένη παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου (ΝΟ). Το μονοξείδιο του αζώτου προκαλεί μυϊκή χάλαση και με αυτό τον τρόπο επιτρέπει τη διαστολή των αιμοφόρων αγγείων έτσι ώστε να διέρχεται περισσότερο αίμα και να αιματώνονται καλύτερα οι μύες. Η απενεργοποίηση του NO πιστεύεται ότι θα μπορούσε να εμποδίσει την σωστή αιμάτωση του μυϊκού συστήματος. Το οξειδωτικό στρες, η φλεγμονή λόγω γήρατος και η ορμονική απορρύθμιση, όπως λόγου χάρη η αντίσταση στην ινσουλίνη, ίσως είναι εκείνοι οι παράγοντες που συμβάλλουν στην ατροφία των σκελετικών μυών μέσω της ελάττωσης κυκλοφορίας στα τριχοειδή αγγεία, της μειωμένης παροχής οξυγόνου και θρεπτικών συστατικών. Όλες αυτές οι μεταβολές προκαλούν επίσης διαταραχές στην πρωτεϊνοσύνθεση, αυξημένη πρωτεϊνική διάσπαση και απόπτωση των μυϊκών μιτοχονδρίων (Jeon et al., 2021).
🔗 Βιβλιογραφία – Πηγές:
-
Bahat Öztürk, G. et al. (2021) ‘Prevalence and associates of fear of falling among community-dwelling older adults’, The Journal of nutrition, health and aging, 25(4), pp. 433–439. doi:10.1007/s12603-020-1535-9.
-
Beckwée, D. et al. (2019) ‘Exercise interventions for the prevention and treatment of sarcopenia. A systematic Umbrella Review’, The Journal of nutrition, health and aging, 23(6), pp. 494–502. doi:10.1007/s12603-019-1196-8.
-
Booth, F.W., Roberts, C.K. and Laye, M.J. (2012) ‘Lack of exercise is a major cause of chronic diseases’, Comprehensive Physiology, pp. 1143–1211. doi:10.1002/cphy.c110025.
-
Cruz-Jentoft, A. J., Bahat, G., Bauer, J., Boirie, Y., Bruyère, O., Cederholm, T., Cooper, C., Landi, F., Rolland, Y., Sayer, A. A., Schneider, S. M., Sieber, C. C., Topinkova, E., Vandewoude, M., Visser, M., Zamboni, M., & Writing Group for the European Working Group on Sarcopenia in Older People 2 (EWGSOP2), and the Extended Group for EWGSOP2 (2019). Sarcopenia: revised European consensus on definition and diagnosis. Age and ageing, 48(4), 601. https://doi.org/10.1093/ageing/afz046
-
Dhillon, R.J.S. and Hasni, S. (2017) ‘Pathogenesis and management of sarcopenia’, Clinics in Geriatric Medicine, 33(1), pp. 17–26. doi:10.1016/j.cger.2016.08.002.
-
Hu, P., Zhang, D., Wong, S. Y. S., Woo, J., Yu, R., Yip, B. H. K., & Poon, P. K. M. (2023). The Effect of Social Isolation on Sarcopenia: A Longitudinal Study among the Middle-Aged and Older Population in China. Gerontology, 69(6), 748–756. https://doi.org/10.1159/000529443
-
Jeon, Y.K. et al. (2021) ‘Vascular dysfunction as a potential culprit of sarcopenia’, Experimental Gerontology, 145, p. 111220. doi:10.1016/j.exger.2020.111220.
-
Kakehi, S. et al. (2022) ‘Rehabilitation nutrition and exercise therapy for sarcopenia’, The World Journal of Men’s Health, 40(1), p. 1. doi:10.5534/wjmh.200190.
-
Lamon, S. et al. (2021) ‘The effect of acute sleep deprivation on skeletal muscle protein synthesis and the hormonal environment’, Physiological Reports, 9(1). doi:10.14814/phy2.14660.
-
Landi, F. et al. (2016) ‘Anorexia of aging: Risk factors, consequences, and potential treatments’, Nutrients, 8(2), p. 69. doi:10.3390/nu8020069.
-
Leng-Hsien Soh, S. et al. (2021) ‘Falls efficacy: Extending the understanding of self-efficacy in older adults towards managing falls’, Journal of Frailty, Sarcopenia and Falls, 06(03), pp. 131–138. doi:10.22540/jfsf-06-131.
-
Mazocco, L., Gonzalez, M. C., Barbosa-Silva, T. G., & Chagas, P. (2019). Sarcopenia in Brazilian rural and urban elderly women: Is there any difference? Nutrition (Burbank, Los Angeles County, Calif.), 58, 120–124. https://doi.org/10.1016/j.nut.2018.06.017
-
Moynihan, P.J. and Teo, J.-L. (2024) ‘Exploring oral function, protein intake, and risk of sarcopenia: A scoping review’, JDR Clinical & Translational Research, 9(1), pp. 4–20. doi:10.1177/23800844231157259.
-
Papadopoulou, S.K. (2020) ‘Sarcopenia: A contemporary health problem among older adult populations’, Nutrients, 12(5), p. 1293. doi:10.3390/nu12051293.
-
Papadopoulou, S.K. et al. (2021) ‘Exercise and nutrition impact on osteoporosis and sarcopenia—the incidence of osteosarcopenia: A narrative review’, Nutrients, 13(12), p. 4499. doi:10.3390/nu13124499.
-
Piotrowicz, K., Gąsowski, J., Michel, J. P., & Veronese, N. (2021). Post-COVID-19 acute sarcopenia: physiopathology and management. Aging clinical and experimental research, 33(10), 2887–2898. https://doi.org/10.1007/s40520-021-01942-8
-
Robinson, S., Granic, A., Cruz-Jentoft, A. J., & Sayer, A. A. (2023). The role of nutrition in the prevention of sarcopenia. The American journal of clinical nutrition, 118(5), 852–864. https://doi.org/10.1016/j.ajcnut.2023.08.015
-
Roe, J., Mondschein, A., Neale, C., Barnes, L., Boukhechba, M., & Lopez, S. (2020). The Urban Built Environment, Walking and Mental Health Outcomes Among Older Adults: A Pilot Study. Frontiers in public health, 8, 575946. https://doi.org/10.3389/fpubh.2020.575946
-
Sgrò, P. et al. (2018) ‘Physical exercise, nutrition and hormones: Three pillars to fight sarcopenia’, The Aging Male, 22(2), pp. 75–88. doi:10.1080/13685538.2018.1439004.
-
Tezze, C., Sandri, M., & Tessari, P. (2023). Anabolic Resistance in the Pathogenesis of Sarcopenia in the Elderly: Role of Nutrition and Exercise in Young and Old People. Nutrients, 15(18), 4073. https://doi.org/10.3390/nu15184073
-
Yuan, S. and Larsson, S.C. (2023) ‘Epidemiology of sarcopenia: Prevalence, risk factors, and consequences’, Metabolism, 144, p. 155533. doi:10.1016/j.metabol.2023.155533.