Ο χρόνιος πόνος ορίζεται ως πόνος που επιμένει πάνω από τον αναμενόμενο χρόνο επούλωσης (συνήθως >3 μήνες) και δεν σχετίζεται με ενεργό ιστική βλάβη. Δεν αποτελεί απλώς ένα σύμπτωμα, αλλά είναι μια πολύπλοκη κατάσταση που επηρεάζεται από βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Δεν αφορά δηλαδή μόνο το σώμα, αλλά επηρεάζει και επηρεάζεται από τη διάθεση, την καθημερινότητα, την εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις.
Συχνά μπορεί να συνοδεύεται από:
-
φόβο κίνησης (kinesiophobia),
-
άγχος, κατάθλιψη,
-
αποφυγή δραστηριοτήτων και
-
μειωμένη ποιότητα ζωής.
Η φυσιοθεραπεία δεν στοχεύει απλώς στη μείωση του πόνου, αλλά και στο να βοηθήσει το άτομο να ξανακερδίσει τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής του. Ο φυσιοθεραπευτής λειτουργεί ως καθοδηγητής και συνεργάτης, βοηθώντας τον άνθρωπο να κατανοήσει καλύτερα τον πόνο του και να νιώσει ξανά εμπιστοσύνη στο σώμα του.
Κεντρικό στοιχείο της θεραπείας είναι η εκπαίδευση του ασθενούς. Όταν ο άνθρωπος κατανοήσει ότι ο πόνος δεν σημαίνει πάντα βλάβη και ότι η κίνηση είναι ασφαλής, μειώνεται ο φόβος και αυξάνεται η αυτοπεποίθηση. Αυτό ανοίγει τον δρόμο για πιο ενεργή συμμετοχή στη ζωή και στις καθημερινές δραστηριότητες.
Η κίνηση και η άσκηση αποτελούν βασικά εργαλεία της αντιμετώπισης του χρόνιου πόνου. Τα προγράμματα είναι εξατομικευμένα, ήπια και σταδιακά, με στόχο να επαναφέρουν τον άνθρωπο σε δραστηριότητες που είχε εγκαταλείψει. Ο στόχος δεν είναι ο ασθενής να μην πονέσει καθόλου, αλλά στο να μπορεί να κινείται και να λειτουργεί καλύτερα, ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος πόνος.
Οι κύριοι στόχοι είναι:
-
επανένταξη σε δραστηριότητες,
-
μείωση αποφυγής και
-
αύξηση αντοχής και αυτοπεποίθησης.